fbpx
«Δοξάζοντας το βασίλειο του ηθοποιού»
Κριτική για την παράσταση Η Κωμωδία Των Παρεξηγήσεων
από τον Γρηγόρη Ιωαννίδη στην Εφημερίδα των Συντακτών
Δοξάζοντας το βασίλειο του ηθοποιού
Κριτική του Γρηγόρη Ιωαννίδη
Αν σας άρεσε το «Σώσε» του Εκτορα Λυγίζου στη Στέγη μπορείτε τώρα να δείτε και τον προ-προπάππου του, από την Κατερίνα Ευαγγελάτου στο «Βασιλάκου». Πριν καλά-καλά κλείσει τα τριάντα του χρόνια, στα 1593, ο «ερωτευμένος» Σέξπιρ έγραψε για χάρη του παγκόσμιου θεάτρου την επιτομή μιας φάρσας, όπως την αντιλαμβανόταν η εποχή του και όπως τη διέσωσε το ταλέντο του.
Η «κωμωδία των διδύμων» γεννήθηκε αρχικά κάπου στη Νέα Κωμωδία. Την παρέλαβε ο Μέναιχμος και από αυτόν πήρε το καλούπι των δύο χαμένων ομοζυγωτών που η απρόσμενη και ταυτόχρονη συνεύρεσή τους σε ξένο μέρος προκαλεί πλήθος παρεξηγήσεις στους γύρω και τους ίδιους.
Το καλούπι φαίνεται πως διέσωσε ευλαβικά αργότερα το πιο ταπεινό θέατρο όλων των καιρών, οι απόβλητοι μίμοι και οι θεομπαίχτες τζοκουλατόρες στα σκοτεινά χρόνια του Μεσαίωνα, για να το παραδώσουν με τη σειρά τους πίσω στο λόγιο θέατρο της Αναγέννησης.
Κι έτσι, από χέρι σε χέρι, το ίδιο καλούπι κατέληξε κάποτε και στα χέρια του νεαρού συγγραφέα του ελισαβετιανού θεάτρου, την ώρα μάλιστα που εκείνο έχτιζε την παράδοσή του, σύμφωνα με την οποία -σε αντίθεση με το ευρύ ευρωπαϊκό θέατρο- το λόγιο και το λαϊκό οφείλουν να ανακατεύονται και να ανεβαίνουν αγκαλιά στην ίδια σκηνή, για να μοιράζουν δημοκρατικά το γέλιο τους σε όλους.
Πρόκειται όπως είπα για μια γνωστή τότε φάρσα, κάτι που προφανώς δεν ήταν αρκετό για έναν νέο δραματουργό, όπως ο Σέξπιρ, που αγωνιζόταν να προβάλλει την ικανότητά του σε κάθε ενδιαφερόμενο της εποχής (με ή χωρίς στέμμα). Ετσι, ο τολμηρός νέος αυξάνει τον αριθμό της δυσκολίας. Πετάει κι άλλες μπάλες στον αέρα, διπλασιάζει τον αριθμό των διδύμων, και τοποθετεί δίπλα στους ήδη γνωστούς αδελφούς, τους δίδυμους υπηρέτες τους. Κλείστε για λίγο τα μάτια, ακυρώστε κάθε απαίτηση αληθοφάνειας ή έστω λογικοφάνειας, και φανταστείτε τις πιθανότητες όλων των απίθανων παρεξηγήσεων που μπορεί να προκαλέσει ένα τέτοιο διπλό παιχνίδι…
Αυτό είναι η «Κωμωδία των παρεξηγήσεων» που ανεβάζει η Ευαγγελάτου στο «Βασιλάκου». Δύο ώρες σκηνικού παιχνιδιού, με ελάχιστες απαιτήσεις πέρα από τη ζάλη που οφείλει να προκαλέσει ο στροβιλισμός γύρω από το χαρούμενο γαϊτανάκι της τρέλας του.
Νομίζω όμως ότι εκείνη η παλιά πρόκληση μέσα στο έργο συνεχίζει να λειτουργεί και εκτός αυτού. Κι ό,τι κάποτε αποτέλεσε πρόκληση βιρτουοζιτέ από τον Σέξπιρ, προκαλεί τώρα κάθε ενδιαφερόμενο σκηνοθέτη/τρια. Στοίχημα μάλιστα διπλό κι αυτό: έχει να κάνει με την απόδοση του έργου, που δημιουργεί προβλήματα κατανόησης και απόδοσης στη σύγχρονη σκηνή. Κι έχει ακόμη να κάνει με τους θεατές της «Κωμωδίας» του 1594. Που πιθανόν βρίσκουν την πρωτόλεια γραφή κούφια γι’ αυτούς, υπερβολικά «φαρσική», ανοίκεια όσο και φωνακλάδικη. Και μετά το πρώτο εύρημα, θανάσιμα πληκτική μέχρι το τέλος…
Η Ευαγγελάτου κατέρχεται στον ελισαβετιανό στίβο έχοντας γνώση του διπλού στοιχήματος. Εχει καταρχάς στα χέρια τη νέα μετάφραση του Διονύση Καψάλη, κατά τη γνώμη μου μια αποκάλυψη στον χώρο του ζωντανού Σέξπιρ. Η επιτυχία του Καψάλη είναι ότι παραδίδει τη μετάφραση ενός έργου που κι αν έχει γραφτεί πριν από αιώνες, έχει γραφτεί ωστόσο από άνθρωπο νέο. Το κείμενό του διατηρεί την πρώτη εκείνη φρεσκάδα, την αφέλεια, τη βιασύνη και το νεύρο του νέου συγγραφέα που υπάρχει στο πρωτότυπο. Και τα μεταφέρει όλα με διαύγεια πηγής. Ταυτόχρονα μπορεί να μεταδώσει την περιπλοκή της φάρσας και μάλιστα να ενσωματώσει στον λόγο και τον κοντό της στίχο αρκετούς από τους ακκισμούς του πρωτότυπου.
Χρειάζεται όμως απάντηση στο διπλό στοίχημα. Αν για κάτι οφείλουμε να συγχαρούμε την Κατερίνα Ευαγγελάτου είναι πως απευθύνθηκε στο ακροατήριο του «Βασιλάκου» σεβόμενη πριν από όλα το αισθητικό του κριτήριο. Αυτό που ανέβασε στη σκηνή είναι καθαρό θέατρο, που αποδέχεται τον εαυτό του σαν παιχνίδι και πυροτέχνημα. Ενα θέατρο ελαφρύ σαν μπαλόνι, ακόμα και αν για να απογειωθεί θέλει πολλή και βαριά προεργασία.
Πρόκειται για θέατρο που καθώς δεν κρύβεται πίσω από τα περισπούδαστα νοήματα, παραθέτει για μοναδικό του όπλο τον εαυτό του. Η Ευαγγελάτου έστησε στη σκηνή λοιπόν ένα μηχανισμό φάρσας στον οποίο τα «πρόσωπα» παίρνουν τη θέση των γραναζιών.
Το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη είναι άλλωστε από μόνο του «δραματουργία»: μια περιστρεφόμενη πόρτα, μια κυκλική σκηνή και δύο κάτοπτρα να πολλαπλασιάζουν τα στροβιλιζόμενα είδωλα. Το αποτέλεσμα; Οπως όταν ανεβαίνεις στη ρόδα του λούνα-παρκ δεν σκέπτεσαι τίποτα άλλο παρά τη χαρά της στιγμής και την αγωνία της επόμενης, έτσι και εδώ, με το που ξεκινά το γαϊτανάκι ο νους στρέφεται μαζί του.

 

Στη σκηνή υπάρχουν μόνο πλάσματα του θεάτρου, μορφές χωρίς εκτόπισμα, που θα εξαφανιστούν με το πέρας της παράστασης. Στην «Κωμωδία» αυτή όλα γίνονται επί σκηνής, με ευτελή μέσα και με το μυστικό της μεταμόρφωσης: ψεύτικα από τη μια πλευρά του θεάτρου. Και παραμυθένια από την άλλη.
Κι όπως όλα κι όλοι δοξάζουν τον μηχανισμό, οδηγούμαστε στην αισθητική του ρωσικού φορμαλισμού, κι ειδικότερα του κονστρουκτιβισμού (με την ανάλογη πρόταση στα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα). Ευτυχής σύμπτωση η ομοιότητα της προσέγγισης με εκείνη του Λυγίζου στο «Σώσε». Δύο σκηνοθέτες από διαφορετικά μονοπάτια και με τη δική του διαδρομή ο καθένας καταλήγουν σε παρόμοια συμπεράσματα για τον τρόπο με τον οποίο είναι δυνατόν σήμερα να προσεγγιστεί η ανόθευτη, καθαρή φάρσα.
Το μυστικό όμως γι’ αυτόν τον Σέξπιρ δεν βρίσκεται ούτε στη φιλολογία του μεταφραστή, ούτε στην αισθητική της σκηνοθέτριας. Ξεκινά και τελειώνει εκεί που δοξάζεται το βασίλειο του ηθοποιού. Δυσκολεύομαι να χρησιμοποιήσω τον όρο «ηθοποιός» για να περιγράψω τη «βιομηχανική» επιτέλεση των ταλαντούχων πλασμάτων που νομοθετούν στο «Βασιλάκου». Για το ότι το δυναμικό του θεάτρου μας αποδεικνύεται κάτι τέτοιες στιγμές το έχω επανειλημμένα τονίσει.
Πέρα από το αρχετυπικό σκερτσόζικο ζευγάρι του βαλέ Νίκου Κουρή-αφέντη και του τζόκερ Ορφέα Αυγουστίδη-υπηρέτη (εξαιρετικά γυμνασμένοι και εμπνευσμένοι, όπως θα τους ήθελε ο Μέγιερχολντ), κάθε ένας από τους άλλους συντελεστές εκτελεί στον ρόλο του ένα ακροβατικό, μια επίδειξη και μαζί μια κωμική στάση. Διόλου τυχαία μάλιστα η επιτέλεση τελείται ανά ζεύγη: Δήμητρα Βλαγκοπούλου και Αμαλία Νίνου, Ερρίκος Μηλιάρης και Νίκος Πυροκάκος, Γιώργος Νούσης και Βαλάντης Φράγκος. Τα πάντα είναι διπλά, τα πάντα στρέφονται γύρω από δύο πόλους.
Το γεγονός όμως ότι στην παράσταση υπάρχουν νέοι ηθοποιοί γίνεται το τελευταίο μυστικό της όπλο. Τα νιάτα εδώ είναι ο αφρός του καμπανίτη: η Ελίζα Σκολίδη στον ρόλο της εταίρας, ο Πάνος Ζυγούρος σαν Μάγος, η Μαριάμ Ρουχάτζε ως ηγουμένη, ο Στέλιος Παυλόπουλος σαν αξιωματικός.
Και δεν γίνεται βέβαια να κλείσει το σχόλιο αυτό χωρίς ιδιαίτερη μνεία στην κίνηση της Πατρίσιας Απέργη και -ασφαλώς- στη μουσική πλήρωση της παράστασης (ηλεκτρονική, ως όφειλε) από τον Γιώργο Πούλιο. Μαζί με μια κεντρική επισήμανση: σπάνια βλέπουμε μια αισθητική γραμμή να ξεκινάει από τη σκηνή και να τηρείται παντού. Εδώ, αυτή καταλήγει σε ένα «χρυσό» πρόγραμμα εντυπωσιακού περιεχομένου και σπάνιας αισθητικής.
Ιδού με ποια μέσα ο «μικρός» Σέξπιρ γίνεται «μέγας».

Διαβάστε την κριτική στην Εφημερίδα των Συντακτών